|
Η νέα πολιτική στη Δια Βίου Μάθηση αφορά τον κάθε πολίτη.
Η Δια Βίου Μάθηση αποτελεί κοινωνική αναγκαιότητα όχι μόνο ως μοχλός συνεχούς κοινωνικής ανάπτυξης και προόδου, αλλά κυρίως, ως προϋπόθεση της ενεργούς συμμετοχής του κάθε πολίτη στην κοινωνική ζωή.
Μέχρι σήμερα, η κυριότερη αδυναμία της Ελλάδας αφορούσε στην απουσία μιας ενιαίας και διαχρονικής εθνικής πολιτικής για τη Δια Βίου Μάθηση, η οποία θα συνδέει ουσιαστικά τη γενική και ειδική μόρφωση με τις απαιτήσεις μιας διαρκώς μεταβαλλόμενης αγοράς εργασίας σε παγκόσμιο επίπεδο.
Η απουσία εθνικής στρατηγικής, αλλά και η ετερογένεια συμφερόντων οδήγησαν τα τελευταία χρόνια σε άστοχη κατασπατάληση πόρων, σε αποσπασματικές παρεμβάσεις και σχεδόν μηδενική αποτελεσματικότητα και ανταποδοτικότητα σε όλα τα επίπεδα. Το δυσλειτουργικό, γραφειοκρατικό και δαιδαλώδες Σύστημα που είχε αναπτυχθεί, δεν είναι ικανό να υπηρετεί τις ανάγκες των πολιτών για θεσπισμένη μόρφωση σε κάθε ηλικία, σε κάθε φάση της ζωής μας. Δεν υποστηρίζεται η δημιουργική εξέλιξη του ατόμου στις διαφορετικές, αλλά αλληλοσυμπληρούμενες, εκφάνσεις της σύγχρονης ζωής: επαγγελματική ένταξη, παραγωγικότητα, ενεργοποίηση του πολίτη, αλλά και προσωπική ανάπτυξη.
Αντιθέτως, δημιουργήθηκε κλίμα δυσπιστίας στους πολίτες ως προς τα πραγματικά οφέλη της Δια Βίου Μάθησης, δυσχεραίνοντας τη δημιουργία μιας σύγχρονης κουλτούρας μάθησης, πλήρως εναρμονισμένης με τις προκλήσεις του 21ου αιώνα.
Η κυβέρνηση, ανταποκρινόμενη σε αυτή την ανάγκη, προτάσσει τη Δια Βίου Μάθηση στις κύριες προτεραιότητές της, καθιερώνοντας μια ριζικά νέα εθνική πολιτική στον τομέα αυτό, απαλλαγμένη από αδυναμίες, δυσκαμψίες και αστοχίες του παρελθόντος.
Άμεσο δείγμα γραφής, ήταν η, για πρώτη φορά, ανάθεση της ευθύνης για το σχεδιασμό, την εποπτεία και το συντονισμό των πολιτικών εκπαίδευσης και κατάρτισης αποκλειστικά στο Υπουργείο Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων. Μια πολιτική απόφαση που αποτυπώθηκε και συμβολικά στην ονομασία του Υπουργείου Παιδείας, με την ένθεση και του όρου «Δια Βίου Μάθησης».
Αυτή η πολιτική σε καμία περίπτωση δεν έχει μόνο τεχνική διάσταση και δεν αφορά μόνο τους «τεχνικούς» της εκπαίδευσης για την τυπική σύνδεση των συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης. Η νέα διάσταση της πολιτικής στη Δια Βίου Μάθηση αφορά τον κάθε πολίτη και η ταυτότητά της συνοψίζεται στο τρίπτυχο «ανθρωποκεντρική, αναπτυξιακή και κοινωνικά δίκαιη εθνική Στρατηγική».
Η Δια Βίου Μάθηση είναι πρώτα από όλα ανθρωποκεντρική γιατί στο επίκεντρο των νέων πολιτικών κατευθύνσεων και πράξεων τοποθετείται πλέον ο πολίτης και όχι τα συμφέροντα των φορέων ή δομών, διοικητικού ή εκπαιδευτικού χαρακτήρα. Η ιδεολογική μας δέσμευση «πρώτα ο μαθητής», αποτυπώνεται και στο πεδίο της Δια Βίου Μάθησης με το «πρώτα ο εκπαιδευόμενος πολίτης κάθε ηλικίας».
Η Δια Βίου Μάθηση έχει αναπτυξιακό χαρακτήρα γιατί η συμβολή της στην αναστροφή της σημερινής δυσφόρητης πραγματικότητας λόγω οικονομικής ύφεσης, είναι καθοριστικής σημασίας, καθώς επικεντρώνεται στην τόνωση της αναπτυξιακής δυναμικής του πολυτιμότερου κεφαλαίου της χώρας, που είναι οι πολίτες της.
Η Δια Βίου Μάθηση έχει κοινωνική διάσταση γιατί συμβάλλει στην αποτροπή φαινομένων κοινωνικού αποκλεισμού, εφόσον παρέχει στις ευάλωτες κοινωνικά ομάδες επαγγελματικές γνώσεις, δεξιότητες, και ικανότητες οι οποίες διευκολύνουν την εργασιακή και κοινωνική τους ένταξη.
Η νέα Στρατηγική για τη Δια Βίου Μάθηση και οι πολιτικές που θα την υλοποιήσουν, αποτέλεσαν ήδη αντικείμενο διαλόγου με τους κοινωνικούς εταίρους και τα συναρμόδια Υπουργεία. Το κείμενο των πολιτικών κατευθύνσεων τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση με τους πολίτες στο πλαίσιο της ανοιχτής διακυβέρνησης και με την ολοκλήρωση του διαλόγου θα καταθέσουμε σχέδιο νόμου με το οποίο θα θεσμοθετηθεί μια εθνική πολιτική για τη Δια Βίου Μάθηση.
Ο νέος προσανατολισμός επικεντρώνεται στο αποτέλεσμα της μάθησης. Δίνουμε ιδιαίτερη βαρύτητα στην ποιότητα παντού: στους εκπαιδευτές, το υλικό, τις τεχνολογικά σύγχρονες παιδαγωγικές μεθόδους, τους φορείς, τα προγράμματα σπουδών. Η γνώση, ανεξάρτητα από τη διαδρομή απόκτησής της, θα κατοχυρώνεται μέσα από ένα αξιόπιστο και ενιαίο σύστημα Αξιολόγησης και Πιστοποίησης.
Για πρώτη φορά στη χώρα συγκροτείται Εθνικό Πλαίσιο Προσόντων, κατ’ αντιστοιχία με το Ευρωπαϊκό Πλαίσιο, που θα αποτελέσει το μηχανισμό αναγνώρισης της τυπικής και άτυπης μάθησης. Στόχος μας είναι μέχρι το τέλος του 2012 να έχει ολοκληρωθεί το Εθνικό Πλαίσιο, διασφαλίζοντας μέσω συστηματικού διαλόγου με τους φορείς εργαζομένων και εργοδοτών, την επαγγελματική και εκπαιδευτική κινητικότητα των εργαζομένων, αλλά και την προάσπιση των επαγγελματικών τους δικαιωμάτων.
Καθιερώνουμε ένα ενιαίο σύστημα πιστοποίησης των δομών, των επαγγελματικών περιγραμμάτων, των εκπαιδευτών και γενικά του συνόλου των φορέων της μετα-δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και κατάρτισης, ώστε να πιστοποιούνται με έναν ενιαίο τρόπο και με τις απαραίτητες διαβαθμίσεις γνώσεων και προσόντων.
Προχωρούμε στο «άνοιγμα» του σχολείου στον κάθε πολίτη, ώστε να αποτελέσει κύτταρο γνώσης για την τοπική κοινωνία και ενισχύουμε τα προγράμματα της Γενικής Εκπαίδευσης ενηλίκων, που συμβάλουν στη διαμόρφωση ενεργών και ενημερωμένων πολιτών.
Για να εφαρμοστεί στην πράξη αυτή η πολιτική, ανασυγκροτούμε τη Γενική Γραμματεία Δια Βίου Μάθησης, ώστε να ανταποκρίνεται στο νέο εποπτικό και συντονιστικό της ρόλο, καθώς και στις διευρυμένες αρμοδιότητές της. Προχωρούμε στον εξορθολογισμό της λειτουργίας των εποπτευομένων από το Υπουργείο Παιδείας φορέων, που δραστηριοποιούνται στο πεδίο της Δια Βίου Μάθησης. Το φαινόμενο της παράλληλης λειτουργίας φορέων, χωρίς σύνδεση και συνεκτικότητα θα εκλείψει. Ένα νέο αναβαθμισμένο ΕΚΕΠΙΣ αναλαμβάνει τον επιτελικό ρόλο της πιστοποίησης των εισροών του συστήματος Δια Βίου Μάθησης, στη βάση συγκεκριμένων προδιαγραφών, οι οποίες λαμβάνουν μεν υπόψη τους τυχόν ιδιαιτερότητες, αλλά σε καμία περίπτωση δεν στηρίζονται στη λειτουργία ευκαιριακών επιτροπών. Οι εκπαιδευτές ενηλίκων εκπαιδεύονται και θα πιστοποιηθούν εντασσόμενοι σε ένα νέο Ενιαίο Μητρώο Εκπαιδευτών Ενηλίκων.
Με αυτό το σχεδιασμό η Δια Βίου Μάθηση υπηρετεί το νέο πρότυπο ανάπτυξης της χώρας μας: την πράσινη οικονομία, τη διάχυση των νέων τεχνολογιών και την καταπολέμηση του ψηφιακού αναλφαβητισμού, τη νέα αγροτική πολιτική, την επένδυση στον πολιτισμό, τον τουρισμό την έρευνα και την καινοτομία. Έτσι δημιουργούμε ένα «ανοιχτό» Σύστημα για όλους τους πολίτες, που θα αποτελεί ασπίδα του νέου αναπτυξιακού μοντέλου μιας σύγχρονης και δημοκρατικής κοινωνίας.
|